Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chiseled
01
λαξευμένος, χαραγμένος
(typically of a man) having well-defined and sharply contoured facial features, often giving the impression of strength and attractiveness
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chiseled
συγκριτικός βαθμός
more chiseled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His chiseled jawline and piercing eyes made him stand out in a crowd.
Η σκαλισμένη γραμμή του σαγονιού του και τα διεισδυτικά μάτια του τον έκαναν να ξεχωρίζει στο πλήθος.



























