chiseled
chi
ˈʧɪ
chi
seled
zəld
zēld
grizzled

Ορισμός και σημασία του "chiseled"στα αγγλικά

01

λαξευμένος, χαραγμένος

(typically of a man) having well-defined and sharply contoured facial features, often giving the impression of strength and attractiveness 
chiseled definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most chiseled
συγκριτικός βαθμός
more chiseled
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His chiseled jawline and piercing eyes made him stand out in a crowd. 

Η σκαλισμένη γραμμή του σαγονιού του και τα διεισδυτικά μάτια του τον έκαναν να ξεχωρίζει στο πλήθος.

Λεξικό Δέντρο

chiseled
chisel
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store