chipolata
chi
ˌʧɪ
chi
po
la
ˈlɑ:
laa
ta

Ορισμός και σημασία του "chipolata"στα αγγλικά

01

ένα μικρό, λεπτό λουκάνικο από καρυκευμένο κιμά χοιρινού

a small, thin sausage made from seasoned ground pork 
chipolata definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chipolatas
Παραδείγματα
The chipolata and vegetable stir-fry was a healthy and flavorful option for a quick lunch. 

Το τσιπολάτα και τα λαχανικά στιφάδο ήταν μια υγιεινή και γευστική επιλογή για ένα γρήγορο γεύμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store