cheese
cheese
ʧi:z
τσηζ
/tʃiːz/

Ορισμός και σημασία του "cheese"στα αγγλικά

01

τυρί, το τυρί

a soft or hard food made from milk that is usually yellow or white in color
cheese definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
They enjoyed a slice of mozzarella cheese with their fresh tomato and basil salad.
Απόλαυσαν μια φέτα τυρί μοτσαρέλα με τη φρέσκια σαλάτα τους με ντομάτα και βασιλικό.
02

φθηνή τακτική, εκμεταλλευτικό τέχνασμα

a cheap or exploitative tactic in a game
Slang
Παραδείγματα
Using cheese can be controversial in tournaments.
Η χρήση του cheese μπορεί να είναι αμφιλεγόμενη σε τουρνουά.
01

Τυρί, Πατάτα

used colloquially to encourage people to smile or pose for a photograph
cheese definition and meaning
Παραδείγματα
Let 's document this team spirit. Everyone, cheese!
Ας τεκμηριώσουμε αυτό το πνεύμα ομάδας. Όλοι, cheese!
to cheese
01

τυλίγω, κουρδίζω

wind onto a cheese
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cheese
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheeses
ενεστώτα μετοχή
cheesing
απλός αόριστος
cheesed
παθητική μετοχή
cheesed
02

φύγε, σταμάτα

used in the imperative (get away, or stop it)
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store