Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cheese
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cheeses
Παραδείγματα
Blue cheese crumbles are a tasty addition to burgers or salads.
Τα θρυμματισμένα μπλε τυρί είναι μια νόστιμη προσθήκη σε μπέργκερ ή σαλάτες.
02
φθηνή τακτική, εκμεταλλευτικό τέχνασμα
a cheap or exploitative tactic in a game
αργκό
Παραδείγματα
They won with some cheese strat.
Κέρδισαν με μια φτηνή τακτική.
cheese
01
Τυρί, Πατάτα
used colloquially to encourage people to smile or pose for a photograph
Παραδείγματα
Gather together, folks. Let's capture the memories. Cheese!
Συγκεντρωθείτε, παιδιά. Ας καταγράψουμε τις αναμνήσεις. Τυρί !
to cheese
01
τυλίγω, κουρδίζω
wind onto a cheese
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cheese
γ΄ ενικό πρόσωπο
cheeses
ενεστώτα μετοχή
cheesing
απλός αόριστος
cheesed
παθητική μετοχή
cheesed
02
φύγε, σταμάτα
used in the imperative (get away, or stop it)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cheeselike
cheesy
cheese



























