cheekbone
cheek
ˈʧi:k
τσηκ
bone
ˌboʊn
μπουν
/ˈʧiːkˌbəʊn/

Ορισμός και σημασία του "cheekbone"στα αγγλικά

01

ζυγωματικό οστό, οστό κάτω από το μάτι

the bone that is just below the eye
cheekbone definition and meaning
Παραδείγματα
She admired her grandmother 's high cheekbones, a trait that seemed to run in the family.
Θαύμαζε τα ψηλά ζυγωματικά της γιαγιάς της, ένα χαρακτηριστικό που φαινόταν να κληρονομείται στην οικογένεια.

Λεξικό Δέντρο

cheekbone

cheek

+

bone

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store