cheekbone
cheek
ˈʧi:k
chik
bone
bəʊn
bewn

Ορισμός και σημασία του "cheekbone"στα αγγλικά

01

ζυγωματικό οστό, οστό κάτω από το μάτι

the bone that is just below the eye 
cheekbone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cheekbones
Παραδείγματα
The makeup artist applied highlighter to accentuate the model's cheekbones, creating a sculpted look. 

Ο μακιγιέρ εφάρμοσε highlighter για να τονώσει τα ζυγωματικά του μοντέλου, δημιουργώντας μια γλυπτική εμφάνιση.

Λεξικό Δέντρο

cheekbone

cheek

+

bone

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store