Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
checkered
01
καρό, τετραγωνισμένος
having a pattern of small squares with different colors
Dialect
American
Παραδείγματα
She wore a checkered scarf with alternating black and white squares.
Φορούσε ένα καρό κασκόλ με εναλλασσόμενα μαύρα και άσπρα τετράγωνα.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most checkered
συγκριτικός βαθμός
more checkered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist’s checkered career saw both critical acclaim and public indifference.
Η ανάμικτη καριέρα του καλλιτέχνη γνώρισε τόσο την επικριτική αναγνώριση όσο και τη δημόσια αδιαφορία.
Λεξικό Δέντρο
checkered
checker



























