Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
checkered
01
καρό, τετραγωνισμένος
having a pattern of small squares with different colors
Dialect
American
Παραδείγματα
His checkered pants made a bold fashion statement at the party.
Το καρό παντελόνι του έκανε μια τολμηρή δήλωση μόδας στο πάρτι.
Παραδείγματα
His checkered career includes both major triumphs and significant setbacks.
Η ανάμικτη καριέρα του περιλαμβάνει τόσο μεγάλες νίκες όσο και σημαντικές αποτυχίες.
Λεξικό Δέντρο
checkered
checker



























