Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Checkerboard
01
σκακιέρα, πίνακας παιχνιδιού ντάμα
a square board that is typically used for playing the game of checkers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
checkerboards
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
checkerboard
checker
board



























