check in
check
ʧɛk
τσεκ
in
ɪn
ιν
/ʧɛk ˈɪn/

Ορισμός και σημασία του "check in"στα αγγλικά

to check in
[phrase form: check]
01

κάνω check-in, εγγράφομαι

to confirm your presence or reservation in a hotel or airport after arriving
Transitive
to check in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check in
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks in
ενεστώτα μετοχή
checking in
απλός αόριστος
checked in
παθητική μετοχή
checked in
Παραδείγματα
The attendant checked us in for the flight.
Ο υπάλληλος μας έκανε check in για την πτήση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store