Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to check in
[phrase form: check]
01
κάνω check-in, εγγράφομαι
to confirm your presence or reservation in a hotel or airport after arriving
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check in
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks in
ενεστώτα μετοχή
checking in
απλός αόριστος
checked in
παθητική μετοχή
checked in
Παραδείγματα
The attendant checked us in for the flight.
Ο υπάλληλος μας έκανε check in για την πτήση.



























