to check in
check
ʧɛk
τσεκ
in
ɪn
ιν
checkrein

Ορισμός και σημασία του "check in"στα αγγλικά

to check in
01

κάνω check-in, εγγράφομαι

to confirm your presence or reservation in a hotel or airport after arriving 
Transitive
to check in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check in
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks in
ενεστώτα μετοχή
checking in
απλός αόριστος
checked in
παθητική μετοχή
checked in
Παραδείγματα
We'll check in as soon as we reach the hotel. 

Θα κάνουμε check in μόλις φτάσουμε στο ξενοδοχείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store