Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cheating
01
άπιστος, παραπλανητικός
not faithful to a spouse or lover
02
απατηλός, δόλιος
violating accepted standards or rules
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cheating
συγκριτικός βαθμός
more cheating
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
ethics, behavior, competition
Cheating
01
εξαπάτηση, απάτη
a deception for profit to yourself
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cheatings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
cheating
cheat



























