cheating
chea
ˈʧi
τσι
ting
tɪng
τινγκ
/t‍ʃˈiːtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "cheating"στα αγγλικά

01

άπιστος, παραπλανητικός

not faithful to a spouse or lover
cheating definition and meaning
02

απατηλός, δόλιος

violating accepted standards or rules
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cheating
συγκριτικός βαθμός
more cheating
διαβαθμίσιμο
01

εξαπάτηση, απάτη

a deception for profit to yourself
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store