Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chasten
01
διδάσκω, συγκρατώ
to make someone or something better or more reasonable by limiting excess or moderating behavior
Transitive: to chasten a behaviour
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chasten
γ΄ ενικό πρόσωπο
chastens
ενεστώτα μετοχή
chastening
απλός αόριστος
chastened
παθητική μετοχή
chastened
Παραδείγματα
The loss served to chasten his overconfidence.
Η απώλεια χρησίμευσε να συγκρατήσει την υπερβολική αυτοπεποίθησή του.
02
τιμωρώ, πειθαρχώ
to improve behavior by imposing punishment or strict discipline
Transitive: to chasten sb
Παραδείγματα
The teacher hoped detention would chasten the disruptive student.
Ο δάσκαλος ήλπιζε ότι η κράτηση θα τιμωρούσε τον διαταρακτικό μαθητή.
03
επιπλήττω, μαλώνω
to strongly criticize or rebuke someone for their actions
Transitive: to chasten sb
Παραδείγματα
The editor chastened the reporter for factual errors.
Ο συντάκτης επέπληξε τον δημοσιογράφο για πραγματικά λάθη.
Λεξικό Δέντρο
chastening
chasten
chaste



























