chaste
chaste
ʧeɪst
cheist
chasechassecaste

Ορισμός και σημασία του "chaste"στα αγγλικά

01

αγνός, σωφρονικός

refraining from sexual activity outside of marriage or entirely 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chastest
συγκριτικός βαθμός
chaster
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The monk lived a chaste life devoted to spiritual discipline. 

Ο μοναχός έζησε μια αγνή ζωή αφιερωμένη στην πνευματική πειθαρχία.

02

αγνός, σωφρονιστικός

free from sexual content 
Παραδείγματα
Their friendship was warm but entirely chaste. 

Η φιλία τους ήταν ζεστή αλλά εντελώς αγνή.

03

λιτός, απέριττος

free from excessive decoration or embellishment 
Παραδείγματα
The room was decorated in a chaste style with muted tones. 

Το δωμάτιο ήταν διακοσμημένο σε σεμνό στυλ με σβησμένους τόνους.

Λεξικό Δέντρο

chastely
chasteness
chasten
chaste
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store