Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chaste
01
αγνός, σωφρονικός
refraining from sexual activity outside of marriage or entirely
Παραδείγματα
His chaste lifestyle reflected his deep religious convictions.
Ο αγνός τρόπος ζωής του αντικατόπτριζε τις βαθιές θρησκευτικές του πεποιθήσεις.
02
αγνός, σωφρονιστικός
free from sexual content
Παραδείγματα
His compliments were sincere and chaste, never suggestive.
Τα κομπλιμέντα του ήταν ειλικρινή και αγνά, ποτέ υπονοούμενα.
03
λιτός, απέριττος
free from excessive decoration or embellishment
Παραδείγματα
The ceremony was chaste and dignified, without extravagance.
Η τελετή ήταν λιτή και αξιοπρεπής, χωρίς υπερβολές.
Λεξικό Δέντρο
chastely
chasteness
chasten
chaste



























