Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chart
01
διάγραμμα, πίνακας
an information sheet in the form of a graph, diagram, or table that is easy to understand
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
charts
Παραδείγματα
The chart displayed the company's sales performance over the last quarter.
Το διάγραμμα εμφάνισε την απόδοση πωλήσεων της εταιρείας το τελευταίο τρίμηνο.
02
διάγραμμα, λίστα
a list that ranks top pop records based on sales in a particular period
Παραδείγματα
The song quickly climbed to the top of the chart, becoming a hit single.
Το τραγούδι ανέβηκε γρήγορα στην κορυφή του chart, γίνοντας επιτυχημένο single.
03
ναυτικό χάρτη, χάρτης πλοήγησης
a map specifically created to aid navigation by air or sea
Παραδείγματα
The pilot consulted the chart before takeoff.
Ο πιλότος συμβουλεύτηκε τον χάρτη πριν από την απογείωση.
to chart
01
χαρτογραφώ, δημιουργώ χάρτη
to create a visual representation that illustrates the features and details of a specific region
Transitive: to chart a region
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chart
γ΄ ενικό πρόσωπο
charts
ενεστώτα μετοχή
charting
απλός αόριστος
charted
παθητική μετοχή
charted
Παραδείγματα
The explorers charted the remote island, creating a detailed map that highlighted its coastline.
Οι εξερευνητές χαρτογράφησαν το απομακρυσμένο νησί, δημιουργώντας έναν λεπτομερή χάρτη που τονίζει την ακτογραμμή του.
02
σχεδιάζω, προγραμματίζω
to organize and outline the components, steps, or details of a plan
Transitive: to chart a plan
Παραδείγματα
The project manager charted the course for the upcoming software development.
Ο διαχειριστής του έργου σχεδίασε την πορεία για την επερχόμενη ανάπτυξη λογισμικού.
Λεξικό Δέντρο
chartism
chartist
chartless
chart



























