char
Pronunciation
/ˈtʃɑɹ/

Ορισμός και σημασία του "char"στα αγγλικά

01

καθαρίστρια, οικιακή βοηθός

a woman employed to do housework
Dialectbritish flagBritish
char definition and meaning
Παραδείγματα
In Victorian times, a char often worked long hours for little pay.
Στην βικτωριανή εποχή, μια οικιακή βοηθός συχνά εργαζόταν πολλές ώρες για λίγα χρήματα.
02

χάρος, πέστροφα ποταμού

any of several small, trout-like freshwater fish of the genus Salvelinus, known for their cold-water habitats and often vibrant coloring
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chars
Παραδείγματα
Scientists studied the migration patterns of the char population.
Οι επιστήμονες μελέτησαν τα μοτίβα μετανάστευσης του πληθυσμού του χαρ.
03

ανθράκωση, ανθρακωμένο υπόλειμμα

a scorched residue left after burning
Παραδείγματα
The archaeologist found ancient char in the hearth.
Ο αρχαιολόγος βρήκε αρχαίο κάρβουνο στη θερμάστρα.
to char
01

καβουρδίζω, ψήνω ελαφρά

to lightly burn something, causing a change in color on its surface
Transitive: to char sth
to char definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
char
γ΄ ενικό πρόσωπο
chars
ενεστώτα μετοχή
charring
απλός αόριστος
charred
παθητική μετοχή
charred
Παραδείγματα
The edges of the toast were charred after being left in the toaster too long.
Οι άκρες του τοστ ήταν καμμένες αφού άφησαν στο τοστιέρα για πολύ καιρό.
02

ανθρακώνω, καβουρδίζω

to burn something so much that it turns into charcoal or carbon
Transitive: to char sth
Παραδείγματα
The paper was charred by the flames, leaving only ashes behind.
Το χαρτί αποκάρβωνε από τις φλόγες, αφήνοντας μόνο στάχτη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store