Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chapeau
01
καπέλο
a French word that means "hat" or "headwear," typically a formal or dressy type of hat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chapeaux



























