chaparral
cha
ˌʃæ
σαι
pa
περ
rral
ˈræl
ραιλ
/t‍ʃˈæpæɹə‍l/

Ορισμός και σημασία του "chaparral"στα αγγλικά

01

τσαπαράλ, θαμνώδης βλάστηση

dense vegetation consisting of stunted trees or bushes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store