changing
Pronunciation
/ˈtʃeɪndʒɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "changing"στα αγγλικά

01

αλλάζων, εξελισσόμενος

continuously converting, modifying, evolving, or becoming different
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most changing
συγκριτικός βαθμός
more changing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The changing trends in fashion can be hard to keep up with.
Οι αλλάζουσες τάσεις στη μόδα μπορεί να είναι δύσκολο να ακολουθήσεις.
02

αποφευκτικός, διαφεύγων

escape potentially unpleasant consequences; get away with a forbidden action
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store