Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
changing
01
αλλάζων, εξελισσόμενος
continuously converting, modifying, evolving, or becoming different
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most changing
συγκριτικός βαθμός
more changing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
process, state, time
Παραδείγματα
The changing weather made it difficult to plan outdoor activities.
Ο μεταβαλλόμενος καιρός έκανε δύσκολο τον προγραμματισμό των υπαίθριων δραστηριοτήτων.
02
αποφευκτικός, διαφεύγων
escape potentially unpleasant consequences; get away with a forbidden action
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unchanging
changing
change



























