changeability
chan
ˌʧeɪn
chein
gea
ʤə
bi
ˈbɪ
bi
li
ty
ti
ti
comparabilityinvincibilityaccessibilitydependability

Ορισμός και σημασία του "changeability"στα αγγλικά

01

εναλλαξιμότητα, αστάθεια

the likeliness or quality of changing suddenly and frequently 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The changeability of the weather in this region makes it difficult to plan outdoor events in advance. 

Η αλλαξιμότητα του καιρού σε αυτήν την περιοχή καθιστά δύσκολο τον προγραμματισμό εκδηλώσεων σε εξωτερικούς χώρους εκ των προτέρων.

Λεξικό Δέντρο

unchangeability
changeability
changeable
change
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store