Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to change course
01
αλλάζω πορεία, στρίβω
(of a sailing vessel) to change direction by making the boom move from one side of the boat to the other as the wind changes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
course
βασικό ρήμα
change
ενεστώτας
change course
γ΄ ενικό πρόσωπο
changes course
ενεστώτα μετοχή
changing course
απλός αόριστος
changed course
παθητική μετοχή
changed course
Παραδείγματα
As the wind direction altered, the boat changed course with a smooth jibe, moving the boom across the deck.
Καθώς άλλαξε η κατεύθυνση του ανέμου, το σκάφος άλλαξε πορεία με μια ομαλή ελιγμό, μετακινώντας τον πλώρη κατά μήκος της καταστρώματος.



























