Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to change by reversal
/tʃˈeɪndʒ baɪ ɹɪvˈɜːsəl/
to change by reversal
01
αντιστρέφω, αλλάζω
to alter something by making it the opposite or contrary to its previous state or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by reversal
βασικό ρήμα
change
ενεστώτας
change by reversal
γ΄ ενικό πρόσωπο
changes by reversal
ενεστώτα μετοχή
changing by reversal
απλός αόριστος
changed by reversal
παθητική μετοχή
changed by reversal
Παραδείγματα
He changed by reversal his approach to leadership, becoming more collaborative instead of authoritative.
Άλλαξε με αντιστροφή την προσέγγισή του στην ηγεσία, γίνοντας πιο συνεργατικός αντί για αυταρχικός.



























