Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to change by reversal
01
αντιστρέφω, αλλάζω
to alter something by making it the opposite or contrary to its previous state or condition
Παραδείγματα
He changed by reversal his approach to leadership, becoming more collaborative instead of authoritative.
Άλλαξε με αντιστροφή την προσέγγισή του στην ηγεσία, γίνοντας πιο συνεργατικός αντί για αυταρχικός.



























