Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to change by reversal
01
αντιστρέφω, αλλάζω
to alter something by making it the opposite or contrary to its previous state or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by reversal
βασικό ρήμα
change
ενεστώτας
change by reversal
γ΄ ενικό πρόσωπο
changes by reversal
ενεστώτα μετοχή
changing by reversal
απλός αόριστος
changed by reversal
παθητική μετοχή
changed by reversal
Παραδείγματα
The company changed by reversal, switching from a traditional business model to a digital-first approach.
Η εταιρεία άλλαξε με αναστροφή, περνώντας από ένα παραδοσιακό επιχειρηματικό μοντέλο σε μια ψηφιακή-πρώτη προσέγγιση.



























