Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chalkboard
01
μαυροπίνακας, πίνακας κιμωλίας
a smooth, typically dark-colored surface, usually made of slate or a similar material, used for writing or drawing with chalk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chalkboards
Παραδείγματα
The teacher wrote the math problem on the chalkboard for the class to solve.
Ο δάσκαλος έγραψε το μαθηματικό πρόβλημα στον πίνακα για να το λύσει η τάξη.



























