Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chalk up
01
καταγράφω σκορ, κρατάω σκορ
keep score, as in games
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
chalk
ενεστώτας
chalk up
γ΄ ενικό πρόσωπο
chalks up
ενεστώτα μετοχή
chalking up
απλός αόριστος
chalked up
παθητική μετοχή
chalked up
02
συσσωρεύω ως χρέος, καταγράφω ως χρέος
accumulate as a debt
03
καταγράφω, εγγράφω
to accomplish something noteworthy
LanGeek



























