Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aeonian
01
αιωνιαίος, σχετικός με έναν γεωλογικό αιώνα
of or relating to a geological eon (longer than an era)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
02
αιώνιος, ατέρμων
lasting for an indefinitely long period of time, often suggesting an eternal or timeless existence
Παραδείγματα
Their love felt aeonian, as if it had existed long before time and would continue forever.
Η αγάπη τους ένιωθε αιώνια, σαν να υπήρχε πολύ πριν από τον χρόνο και θα συνεχιζόταν για πάντα.



























