Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chagrin
01
θλίψη, ταπείνωση
a state of embarrassment due to failing, getting humiliated, or disappointed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her chagrin was evident when she discovered she had accidentally sent the email to the wrong recipient.
Η αμηχανία της ήταν εμφανής όταν ανακάλυψε ότι είχε στείλει κατά λάθος το email στον λάθος παραλήπτη.
to chagrin
01
προκαλώ ενόχληση, ντροπιάζω
to cause someone to feel annoyed, frustrated, or embarrassed, especially due to disappointment or failure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chagrin
γ΄ ενικό πρόσωπο
chagrins
ενεστώτα μετοχή
chagrining
απλός αόριστος
chagrined
παθητική μετοχή
chagrined
Παραδείγματα
He will chagrin himself if he does n't meet his deadline.
Θα θλίψει τον εαυτό του αν δεν τηρήσει την προθεσμία.



























