Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chagrin
01
θλίψη, ταπείνωση
a state of embarrassment due to failing, getting humiliated, or disappointed
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His chagrin was palpable when he realized he had forgotten his lines during the play.
Η αγανάκτησή του ήταν αισθητή όταν συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει τα λόγια του κατά τη διάρκεια της παράστασης.
to chagrin
01
προκαλώ ενόχληση, ντροπιάζω
to cause someone to feel annoyed, frustrated, or embarrassed, especially due to disappointment or failure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chagrin
γ΄ ενικό πρόσωπο
chagrins
ενεστώτα μετοχή
chagrining
απλός αόριστος
chagrined
παθητική μετοχή
chagrined
Παραδείγματα
She chagrins her parents by failing her exams.
Εκείνη θλίβει τους γονείς της αποτυγχάνοντας στις εξετάσεις.



























