certitude
cer
ˈsɜ:
ti
ti
tude
ˌtju:d
tyood

Ορισμός και σημασία του "certitude"στα αγγλικά

01

βεβαιότητα

the feeling of complete certainty 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She spoke with certitude about the accuracy of her research findings. 

Μίλησε με βεβαιότητα για την ακρίβεια των ερευνητικών της αποτελεσμάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store