Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to centrifuge
01
φυγοκεντρώ, υποβάλλω σε φυγοκέντριση
to rotate a substance at high speed in order to separate its components based on density, typically isolating solids from liquids
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
centrifuge
γ΄ ενικό πρόσωπο
centrifuges
ενεστώτα μετοχή
centrifuging
απλός αόριστος
centrifuged
παθητική μετοχή
centrifuged
Παραδείγματα
The lab technician centrifuged the blood sample to extract plasma.
Ο εργαστηριακός τεχνικός αφύγρανε το δείγμα αίματος για την εξαγωγή πλάσματος.
Centrifuge
01
φυγόκεντρος, κεντροφυγική μηχανή
a device that spins samples to separate components based on density
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
centrifuges
Παραδείγματα
Medical tests often require the use of a centrifuge.
Οι ιατρικές εξετάσεις συχνά απαιτούν τη χρήση μιας φυγόκεντρου.
Λεξικό Δέντρο
centrifugate
centrifuge



























