centrally
cent
ˈsɛnt
sent
ra
lly
li
li
ventrally

Ορισμός και σημασία του "centrally"στα αγγλικά

01

κεντρικά, στο κέντρο

in or toward a location that is at or near the center 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The fountain was centrally positioned in the plaza. 

Η βρύση ήταν τοποθετημένη κεντρικά στην πλατεία.

1.1

κεντρικά, σε εύκολα προσβάσιμη τοποθεσία

in an easily accessible location 
Παραδείγματα
The hotel is centrally located near all major attractions. 

Το ξενοδοχείο βρίσκεται κεντρικά κοντά σε όλα τα κύρια αξιοθέατα.

02

κεντρικά, με πρωταρχική σημασία

with primary importance 
Παραδείγματα
Education is centrally important to national development. 

Η εκπαίδευση είναι κεντρικά σημαντική για την εθνική ανάπτυξη.

2.1

κεντρικά, με κεντρικό τρόπο

by a central authority or system 
Παραδείγματα
Payroll is processed centrally by headquarters. 

Ο μισθολογικός λογαριασμός επεξεργάζεται κεντρικά από την έδρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store