Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
centrally
01
κεντρικά, στο κέντρο
in or toward a location that is at or near the center
Παραδείγματα
The island 's volcano rises centrally from the landscape.
Το ηφαίστειο του νησιού υψώνεται κεντρικά από το τοπίο.
1.1
κεντρικά, σε εύκολα προσβάσιμη τοποθεσία
in an easily accessible location
Παραδείγματα
The store thrives because it 's centrally accessible.
Το κατάστημα ευδοκιμεί γιατί είναι κεντρικά προσβάσιμο.
02
κεντρικά, με πρωταρχική σημασία
with primary importance
Παραδείγματα
Innovation is centrally linked to progress.
Η καινοτομία συνδέεται κεντρικά με την πρόοδο.
2.1
κεντρικά, με κεντρικό τρόπο
by a central authority or system
Παραδείγματα
Resources are allocated centrally to ensure fairness.
Οι πόροι διατίθενται κεντρικά για να διασφαλιστεί η δικαιοσύνη.
Λεξικό Δέντρο
centrally
central
centr



























