Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Centennial
01
εκατονταετηρίδα
the 100th anniversary of an event or occasion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
centennials
centennial
01
εκατονταετής, αιωνόβιος
of or relating to or completing a period of 100 years
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
bicentennial
centennial



























