centennial
cen
sɛn
σεν
te
ˈtɛ
τε
nnial
niəl
νιαλ
/sɛntˈɛnɪəl/

Ορισμός και σημασία του "centennial"στα αγγλικά

01

εκατονταετηρίδα

the 100th anniversary of an event or occasion
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
centennials
centennial
01

εκατονταετής, αιωνόβιος

of or relating to or completing a period of 100 years
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

bicentennial
centennial
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store