cellular
ce
ˈsɛ
se
llu
ljʊ
lyoo
lar
cellar

Ορισμός και σημασία του "cellular"στα αγγλικά

01

κυτταρικός, σχετικός με τα κύτταρα

relating to or consisting of cells, the basic structural units of living organisms or systems 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The human body is made up of trillions of cellular units, each performing specific functions. 

Το ανθρώπινο σώμα αποτελείται από τρισεκατομμύρια κυτταρικές μονάδες, καθεμία εκτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες.

02

κυτταρικός, με δομή κηρήθρας

(of a textile item) engineered with hollow, honeycomb-like pockets that trap air to enhance insulation while maintaining breathability 
Παραδείγματα
Nurses swaddled the newborn in a soft cellular blanket that kept her warm without causing overheating. 

Οι νοσοκόμες τυλίξατε το νεογέννητο σε μια απαλή κυψελωτή κουβέρτα που το κράτησε ζεστό χωρίς να προκαλεί υπερθέρμανση.

03

κυψελωτός, κινητός

related to a telephone system that uses radio stations for communication 
Παραδείγματα
The cellular network coverage in rural areas is not as extensive as in urban areas. 

Η κάλυψη του κινητού δικτύου σε αγροτικές περιοχές δεν είναι τόσο εκτεταμένη όσο σε αστικές περιοχές.

Λεξικό Δέντρο

multicellular
noncellular
cellular
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store