Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cellist
01
τσελίστας, τσελίστα
a person who plays the cello
Παραδείγματα
The cellist's rendition of the piece brought tears to the audience's eyes.
Η ερμηνεία του τσελίστα έφερε δάκρυα στα μάτια του κοινού.
Λεξικό Δέντρο
cellist
cello



























