Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cellaret
01
κρασοθήκη, μικρό ντουλάπι για μπουκάλια
a type of small cabinet or chest used for storing wine bottles or other types of spirits
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cellarets
Παραδείγματα
The antique cellaret in the dining room was used to store the family's finest bottles of wine.
Το αντίκα κρασοθήκη στην τραπεζαρία χρησιμοποιήθηκε για την αποθήκευση των καλύτερων μπουκαλιών κρασιού της οικογένειας.



























