celibate
ce
ˈsɛ
se
li
li
bate
bət
bēt

Ορισμός και σημασία του "celibate"στα αγγλικά

01

θρησκευτικός αγαμικός, πρόσωπο που έχει ορκιστεί αγνότητα

a person who has taken a religious vow to abstain from sexual relations, often as part of a spiritual or monastic commitment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
celibates
Παραδείγματα
The monk lived as a celibate, devoted entirely to prayer and service. 

Ο μοναχός ζούσε ως αγαμος, αφιερωμένος εξ ολοκλήρου στην προσευχή και την υπηρεσία.

01

αγνός, άγαμος

refraining from participating in sexual relations or marriage 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most celibate
συγκριτικός βαθμός
more celibate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The monk took a vow of celibacy, committing himself to a life of celibate devotion to his faith. 

Ο μοναχός έδωσε όρκο αγαμίας, δεσμεύοντας τον εαυτό του σε μια ζωή αγνής αφοσίωσης στην πίστη του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store