Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to advert
01
υπαινίσσομαι, αναφέρομαι
make a more or less disguised reference to
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
advert
γ΄ ενικό πρόσωπο
adverts
ενεστώτα μετοχή
adverting
απλός αόριστος
adverted
παθητική μετοχή
adverted
02
αναφέρω, υπαινίσσομαι
to refer to or make mention of something, often in a casual or indirect manner
Παραδείγματα
During the meeting, she often adverts to her previous experience in marketing.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, συχνά αναφέρεται στην προηγούμενη εμπειρία της στο μάρκετινγκ.
03
δίνω προσοχή (σε), ακούω
give heed (to)
Λεξικό Δέντρο
advertence
advertent
advert
adverse



























