to advert
ad
əd
ēd
vert
ˈvɜ:t
vēt
adventadvectavert

Ορισμός και σημασία του "advert"στα αγγλικά

to advert
01

υπαινίσσομαι, αναφέρομαι

make a more or less disguised reference to 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
advert
γ΄ ενικό πρόσωπο
adverts
ενεστώτα μετοχή
adverting
απλός αόριστος
adverted
παθητική μετοχή
adverted
02

αναφέρω, υπαινίσσομαι

to refer to or make mention of something, often in a casual or indirect manner 
Παραδείγματα
During the meeting, she often adverts to her previous experience in marketing. 

Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, συχνά αναφέρεται στην προηγούμενη εμπειρία της στο μάρκετινγκ.

03

δίνω προσοχή (σε), ακούω

give heed (to) 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store