Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adverse
01
δυσμενής, αντίθετος
against someone or something's advantage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adverse
συγκριτικός βαθμός
more adverse
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The adverse effects of smoking on health are well-documented.
Οι δυσμενείς επιπτώσεις του καπνίσματος στην υγεία είναι καλά τεκμηριωμένες.
02
αντίθετος, αντίστροφος
moving in an opposing direction
Παραδείγματα
The sailors were constantly hindered by adverse winds, which delayed their voyage by days.
Οι ναυτικοί εμποδίζονταν συνεχώς από αντίθετους ανέμους, κάτι που καθυστερούσε το ταξίδι τους για μέρες.



























