adventure
Pronunciation
/ədˈvɛnʧɚ/

Ορισμός και σημασία του "adventure"στα αγγλικά

01

περιπέτεια, αventure

an exciting or unusual experience, often involving risk or physical activity
adventure definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adventures
Παραδείγματα
They planned a camping trip in the wilderness, craving the freedom and excitement of outdoor adventure.
Σχεδίασαν ένα ταξίδι κατασκήνωσης στην άγρια φύση, λαχταρώντας την ελευθερία και τον ενθουσιασμό της περιπέτειας σε εξωτερικούς χώρους.
to adventure
01

διακινδυνεύω, ριψοκινδυνεύω

take a risk in the hope of a favorable outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adventure
γ΄ ενικό πρόσωπο
adventures
ενεστώτα μετοχή
adventuring
απλός αόριστος
adventured
παθητική μετοχή
adventured
02

διακινδυνεύω, θέτω σε κίνδυνο

put at risk
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store