Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cease
01
σταματώ, διακόπτω
to bring an action, activity, or process to an end
Transitive: to cease an activity | to cease doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cease
γ΄ ενικό πρόσωπο
ceases
ενεστώτα μετοχή
ceasing
απλός αόριστος
ceased
παθητική μετοχή
ceased
Παραδείγματα
They decided to cease production due to low demand.
Αποφάσισαν να σταματήσουν την παραγωγή λόγω της χαμηλής ζήτησης.
02
σταματώ, παύω
to stop happening or existing
Intransitive
Παραδείγματα
The rain finally ceased after pouring for hours.
Η βροχή τελικά σταμάτησε μετά από ώρες καταρρακτώδους βροχής.
Cease
01
διακοπή, σταμάτημα
an ending or termination of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ceases
Παραδείγματα
The rain continued without cease throughout the night.
Η βροχή συνέχισε χωρίς διακοπή όλη τη νύχτα.



























