Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cease
01
σταματώ, διακόπτω
to bring an action, activity, or process to an end
Transitive: to cease an activity | to cease doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cease
γ΄ ενικό πρόσωπο
ceases
ενεστώτα μετοχή
ceasing
απλός αόριστος
ceased
παθητική μετοχή
ceased
Παραδείγματα
They are ceasing their activities for the day.
Διακόπτουν τις δραστηριότητές τους για την ημέρα.
02
σταματώ, παύω
to stop happening or existing
Intransitive
Παραδείγματα
The shouting ceased as the crowd dispersed from the area.
Οι κραυγές σταμάτησαν καθώς το πλήθος διασκορπίστηκε από την περιοχή.
Cease
01
διακοπή, σταμάτημα
an ending or termination of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ceases
Παραδείγματα
The river flowed without cease through the valley.
Το ποτάμι έρεε χωρίς παύση μέσα από την κοιλάδα.



























