Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cave
01
σπηλιά, σπήλαιο
a hole or chamber formed underground naturally by rocks gradually breaking down over time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caves
Παραδείγματα
Cave diving enthusiasts brave the depths of underwater caves, navigating narrow passages and exploring submerged chambers.
Οι λάτρεις της κατάδυσης σε σπήλαια τολμούν στα βάθη των υποβρύχιων σπηλαίων, πλοηγώντας σε στενά περάσματα και εξερευνώντας βυθισμένες αίθουσες.
to cave
01
εξερευνώ σπήλαια, ασχολούμαι με τη σπηλαιολογία
to explore natural underground chambers and tunnels
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cave
γ΄ ενικό πρόσωπο
caves
ενεστώτα μετοχή
caving
απλός αόριστος
caved
παθητική μετοχή
caved
02
σκάβω, ανοίγω τρύπα
hollow out as if making a cave or opening
Λεξικό Δέντρο
cavity
cave



























