cautionary
cau
ˈkɔ:
kaw
tio
ʃə
shē
na
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "cautionary"στα αγγλικά

cautionary
01

προειδοποιητικός, προληπτικός

functioning as a warning 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, advice, safety
02

προειδοποιητικός, προληπτικός

warding off 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

precautionary
cautionary
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store