Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to caucus
01
πραγματοποιώ κώκους, συναντώμαι σε κώκους
to meet privately as a group to discuss strategy, make decisions, or select candidates
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caucus
γ΄ ενικό πρόσωπο
caucuses
ενεστώτα μετοχή
caucusing
απλός αόριστος
caucused
παθητική μετοχή
caucused
Παραδείγματα
The party members caucused before the election to choose their nominee.
Τα μέλη του κόμματος πραγματοποίησαν μυστική συνεδρίαση πριν από τις εκλογές για να επιλέξουν τον υποψήφιό τους.
Caucus
01
συνέδριο, συνεδρίαση κόμματος
a party meeting to discuss policy or select candidates
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caucuses
Παραδείγματα
The Democratic caucus met to discuss their strategy for the upcoming election.
Η δημοκρατική συνέλευση συναντήθηκε για να συζητήσει τη στρατηγική της για τις επερχόμενες εκλογές.



























