to caucus
cau
ˈkɔ:
kaw
cus
kəs
kēs
coccus

Ορισμός και σημασία του "caucus"στα αγγλικά

to caucus
01

πραγματοποιώ κώκους, συναντώμαι σε κώκους

to meet privately as a group to discuss strategy, make decisions, or select candidates 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caucus
γ΄ ενικό πρόσωπο
caucuses
ενεστώτα μετοχή
caucusing
απλός αόριστος
caucused
παθητική μετοχή
caucused
Παραδείγματα
The party members caucused before the election to choose their nominee. 

Τα μέλη του κόμματος πραγματοποίησαν μυστική συνεδρίαση πριν από τις εκλογές για να επιλέξουν τον υποψήφιό τους.

01

συνέδριο, συνεδρίαση κόμματος

a party meeting to discuss policy or select candidates 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caucuses
Παραδείγματα
The Democratic caucus met to discuss their strategy for the upcoming election. 

Η δημοκρατική συνέλευση συναντήθηκε για να συζητήσει τη στρατηγική της για τις επερχόμενες εκλογές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store