caucasoid
cau
ˈkɔ:
kaw
ca
soid
zɔɪd
zoyd

Ορισμός και σημασία του "caucasoid"στα αγγλικά

01

καυκασοειδής, σχετικός ή χαρακτηριστικός των ανθρώπων με ανοιχτόχρωμο δέρμα

relating to or characteristic of people with light skin, often used in older classifications of human races 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anthropology, classification, history
Παραδείγματα
The term Caucasoid is used in some historical texts to describe people of European descent. 

Ο όρος Καυκασοειδής χρησιμοποιείται σε ορισμένα ιστορικά κείμενα για να περιγράψει ανθρώπους ευρωπαϊκής καταγωγής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store