cattleman
cattle
kætl
kātl
man
mæn
mān

Ορισμός και σημασία του "cattleman"στα αγγλικά

01

βοσκός, επιστάτης βοοειδών

a hired hand who tends cattle and performs other duties on horseback 
cattleman definition and meaning
02

κτηνοτρόφος, βοσκός

a man who raises and takes care of cows 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cattlemen
Παραδείγματα
The cattleman checks on his herd every morning. 

Ο κτηνοτρόφος ελέγχει το κοπάδι του κάθε πρωί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store