Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cathode
01
κάθοδος, αρνητικός ηλεκτρόδιο
a negatively charged electrode within an electrical device, from which electrons flow out into the external circuit
Παραδείγματα
In a rechargeable battery, such as a lithium-ion battery, the cathode undergoes reduction during charging, allowing it to store energy for later use.
Σε μια επαναφορτιζόμενη μπαταρία, όπως μια μπαταρία ιόντων λιθίου, η κάθοδος υποβάλλεται σε αναγωγή κατά τη φόρτιση, επιτρέποντάς της να αποθηκεύει ενέργεια για μελλοντική χρήση.
02
κάθοδος, θετική ηλεκτρόδιο
the positively charged terminal of a voltaic cell or storage battery that supplies current
Λεξικό Δέντρο
cathodic
cathode



























