Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adumbrate
01
σκιαγραφώ, περιγράφω εν συντομία
describe roughly or briefly or give the main points or summary of
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adumbrate
γ΄ ενικό πρόσωπο
adumbrates
ενεστώτα μετοχή
adumbrating
απλός αόριστος
adumbrated
παθητική μετοχή
adumbrated
02
υπαινίσσομαι, δίνω να κατανοήσει
give to understand
Λεξικό Δέντρο
adumbration
adumbrative
adumbrate
adumbr



























