Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cater
01
παρέχω, εφοδιάζω
to provide a meeting, party, etc. with food and drink
Transitive: to cater an event
Παραδείγματα
The local bakery was asked to cater the corporate event with pastries and coffee.
Ζητήθηκε από το τοπικό φούρνο να εξυπηρετήσει την εταιρική εκδήλωση με γλυκά και καφέ.
02
παρέχω, εφοδιάζω
to provide or deliver what is needed or wanted, often services or goods
Intransitive: to cater to a group or need
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cater
γ΄ ενικό πρόσωπο
caters
ενεστώτα μετοχή
catering
απλός αόριστος
catered
παθητική μετοχή
catered
Παραδείγματα
They cater to the local community by offering affordable groceries.
Εξυπηρετούν την τοπική κοινότητα προσφέροντας προσιτά είδη παντοπωλείου.
Λεξικό Δέντρο
catering
cater



























