Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cater
01
παρέχω, εφοδιάζω
to provide a meeting, party, etc. with food and drink
Transitive: to cater an event
Παραδείγματα
The catering company will cater the wedding reception with a variety of dishes.
Η εταιρεία catering θα σερβίρει μια ποικιλία πιάτων στη γαμήλια τελετή.
02
παρέχω, εφοδιάζω
to provide or deliver what is needed or wanted, often services or goods
Intransitive: to cater to a group or need
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cater
γ΄ ενικό πρόσωπο
caters
ενεστώτα μετοχή
catering
απλός αόριστος
catered
παθητική μετοχή
catered
Παραδείγματα
The company caters to businesses that need custom software solutions.
Η εταιρεία εξυπηρετεί επιχειρήσεις που χρειάζονται προσαρμοσμένες λύσεις λογισμικού.
Λεξικό Δέντρο
catering
cater



























