Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catch out
[phrase form: catch]
01
πιάνω στον ύπνο, παγιδεύω
to put someone in a difficult position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch out
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches out
ενεστώτα μετοχή
catching out
απλός αόριστος
caught out
παθητική μετοχή
caught out
Παραδείγματα
She thought she could bluff her way through the presentation, but the detailed questions caught her out.
Νόμιζε ότι θα μπορούσε να μπλοφάρει κατά την παρουσίαση, αλλά οι λεπτομερείς ερωτήσεις την έπιασαν στον ύπνο.
02
πιάσω στα πράσα, ξεσκεπάζω
to find evidence that shows someone is being dishonest
Παραδείγματα
I caught him out in a lie about his whereabouts.
Τον πιάσαι να λέει ψέματα για το πού βρισκόταν.



























