Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catch out
01
πιάνω στον ύπνο, παγιδεύω
to put someone in a difficult position
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch out
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches out
ενεστώτα μετοχή
catching out
απλός αόριστος
caught out
παθητική μετοχή
caught out
Παραδείγματα
The coach caught the players out by changing the game strategy at the last minute.
Ο προπονητής έπιασε στον ύπνο τους παίκτες αλλάζοντας τη στρατηγική του παιχνιδιού στο τελευταίο λεπτό.
02
πιάσω στα πράσα, ξεσκεπάζω
to find evidence that shows someone is being dishonest
Παραδείγματα
She catches out her brother sneaking into the house after curfew.
Αυτή πιάσει τον αδερφό της να μπαίνει κρυφά στο σπίτι μετά την απαγόρευση κυκλοφορίας.



























