Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catapult
01
εκσφενδονίζω, πετώ με δύναμη
to throw something or someone with a sudden and forceful motion
Transitive: to catapult sb/sth somewhere | to catapult sb/sth some distance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
catapult
γ΄ ενικό πρόσωπο
catapults
ενεστώτα μετοχή
catapulting
απλός αόριστος
catapulted
παθητική μετοχή
catapulted
Παραδείγματα
The young inventor built a small model to catapult marbles across the room.
Ο νέος εφευρέτης κατασκεύασε ένα μικρό μοντέλο για να καταποντίζει μπίλιες στο δωμάτιο.
02
εκτοξεύω, ανεβάζω γρήγορα
to cause someone or something to rise quickly to a much higher level of success, importance, or attention
Παραδείγματα
The film catapulted her to international fame.
Η ταινία την εκτόξευσε στη διεθνή φήμη.
Catapult
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
catapults
Παραδείγματα
Medieval siege engineers designed ever larger catapults capable of hurling massive projectiles to bring down fortification towers.
Οι μεσαιωνικοί μηχανικοί πολιορκίας σχεδίαζαν ολοένα και μεγαλύτερες καταπέλτες ικανές να εκτοξεύουν μαζικά βλήματα για να καταρρίπτουν πύργους οχύρωσης.
02
σφεντόνα, καταπέλτης
a small hand-held device, typically Y-shaped with elastic, used to launch small stones or other projectiles
Παραδείγματα
He made a catapult from a branch and some rubber bands.
Έφτιαξε μια καταπέλτη από ένα κλαδί και μερικά λάστιχα.
03
καταπέλτης, καταπέλτης αεροπλανοφόρων
a mechanical device used to launch aircraft from the deck of a warship
Παραδείγματα
The fighter jet was launched using the carrier's catapult.
Το μαχητικό αεροσκάφος εκτοξεύθηκε χρησιμοποιώντας την καταπέλτη του αεροπλανοφόρου.



























