catalysis
ca
kə
kē
ta
ˈtæ
tā
ly
lɪ
li
sis
sɪs
sis
uranalysisurinalysishypnoanalysiscryptanalysis

Ορισμός και σημασία του "catalysis"στα αγγλικά

01

κατάλυση, καταλυτική επιτάχυνση

the acceleration or facilitation of a chemical reaction by a substance (catalyst) that remains unchanged at the end of the reaction 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
catalyses
Παραδείγματα
Enzymatic catalysis plays a key role in biological processes, including the synthesis and breakdown of biomolecules in living organisms. 

Η ενζυμική κατάλυση παίζει κεντρικό ρόλο στις βιολογικές διεργασίες, συμπεριλαμβανομένης της σύνθεσης και της διάσπασης βιομορίων σε ζωντανούς οργανισμούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autocatalysis
catalytic
catalysis
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store