Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Catachresis
01
κατάχρηση, κατάχρηση γλώσσας
a type of figurative language that involves the unconventional or strained use of words, often resulting in an unexpected or exaggerated expression
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
catachreses



























