Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cashier
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cashiers
Παραδείγματα
He waited in line until the cashier was available to complete his purchase.
Περίμενε στην ουρά μέχρι ο ταμίας να είναι διαθέσιμος για να ολοκληρώσει την αγορά του.
02
ταμίας, υπάλληλος τραπεζικής υποδοχής
an employee of a bank responsible for receiving and paying out money, handling transactions, and assisting customers with financial services
Dialect
British
Παραδείγματα
The cashier counted the bills carefully before handing them to the customer.
Ο ταμίας μέτρησε προσεκτικά τα χαρτονομίσματα πριν τα παραδώσει στον πελάτη.
to cashier
01
απολύω με δυσφήμηση, καθαιρώ
to formally remove someone from military service in disgrace
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cashier
γ΄ ενικό πρόσωπο
cashiers
ενεστώτα μετοχή
cashiering
απλός αόριστος
cashiered
παθητική μετοχή
cashiered
Παραδείγματα
The officer was cashiered after being found guilty of misconduct.
Ο αξιωματικός απολύθηκε αφού κρίθηκε ένοχος για αδικοπραγία.
02
απορρίπτω, αποκλείω
to reject, abandon, or eliminate something, often abruptly or decisively
Παραδείγματα
The committee cashiered the outdated proposal without discussion.
Η επιτροπή απέρριψε την απαρχαιωμένη πρόταση χωρίς συζήτηση.



























