Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cartoon
01
χιουμοριστικό σκίτσο, καρίκατουρα
a humorous drawing on the topics that are covered in the news, usually published in a newspaper or magazine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cartoons
Παραδείγματα
Each issue features a cartoon that comments on current events.
Κάθε τεύχος περιλαμβάνει ένα καρίκατουρ που σχολιάζει τα τρέχοντα γεγονότα.
02
καρτούν, κινούμενα σχέδια
a movie or TV show, made by photographing a series of drawings or models rather than real people or objects
Παραδείγματα
My all-time favorite cartoon is 'Tom and Jerry'.
Το αγαπημένο μου καρτούν όλων των εποχών είναι ο 'Tom και Jerry'.
03
καρτόν, προπαρασκευαστικό σκίτσο
a full-scale preparatory drawing made by an artist as a guide for creating a painting or other artwork
Παραδείγματα
The painter sketched a cartoon before starting the mural.
Ο ζωγράφος σκίτσαρε ένα καρτόν πριν ξεκινήσει την τοιχογραφία.
to cartoon
01
σχεδιάζω καρικατούρες, δημιουργώ χιουμοριστικές εικονογραφήσεις
to create or draw cartoons, typically humorous or satirical illustrations
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cartoon
γ΄ ενικό πρόσωπο
cartoons
ενεστώτα μετοχή
cartooning
απλός αόριστος
cartooned
παθητική μετοχή
cartooned
Παραδείγματα
He cartooned political figures for the local newspaper.
Καρικατούρισε πολιτικές προσωπικότητες για την τοπική εφημερίδα.
Λεξικό Δέντρο
cartoonist
cartoon



























